ανασκουμπώνομαι


ανασκουμπώνομαι
ανασκουμπώνομαι, ανασκουμπώθηκα, ανασκουμπωμένος βλ. πίν. 4
——————
Σημειώσεις:
ανασκουμπώνομαι : χρησιμοποιείται κυρίως η παθητική φωνή, με την έννοια σηκώνω τα μανίκια μου για να δουλέψω ή γενικά ετοιμάζομαι να δουλέψω, να δράσω δυναμικά.

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ανασκουμπώνομαι — ώθηκα, ωμένος, αμτβ., ετοιμάζομαι να ασχοληθώ πρόθυμα με κάτι: Οι εξετάσεις πλησιάζουν, άντε, ανασκουμπώσου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ανακομβούμαι — ἀνακομβοῦμαι ( όομαι) (Α) σηκώνω τα μανίκια, ανασκουμπώνομαι, είμαι έτοιμος για δουλειά. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀνα * + κομβοῦμαι, τού κομβῶ ( όω), «συνδεω, προσδένιο, στερεώνω»] …   Dictionary of Greek

  • επαποδύω — ἐπαποδύω (Α) 1. γδύνω κάποιον για να αγωνιστεί εναντίον κάποιου άλλου 2. ορίζω, τοποθετώ κάποιον ως αντίπαλο κάποιου άλλου 2. μέσ. ἐπαποδυομαι α) αναλαμβάνω, επιχειρώ, ανασκουμπώνομαι («ἐπαποδυώμεθ ἄνδρες, τουτωὶ τῷ πράγματι», Αριστος).) β)… …   Dictionary of Greek

  • ξεμπρατσώνω — 1. γυμνώνω τα μπράτσα κάποιου 2. (συν. το μέσ.) ξεμπρατσώνομαι α) γυμνώνω τα μπράτσα μου, τους βραχίονες μου, ξεμανικώνομαι β) επιχειρώ να κάνω κάτι με αποφασιστικότητα, ανασκουμπώνομαι. [ΕΤΥΜΟΛ. < ξ(έ) * + μπράτσο] …   Dictionary of Greek

  • ξεμπρατσώνομαι — ξεμπρατσώθηκα, ξεμπρατσωμένος 1. γυμνώνω τα μπράτσα μου: Ξεμπρατσώθηκε να πλύνει. 2. μτφ., επιχειρώ αποφασιστικά ή πρόθυμα κάτι, αλλ. ανασκουμπώνομαι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)